#Wissenswert

09.05.2017

Rudolf Grimm, Kostas Maroudas, Nelly Andrikopoulou u.a. im Deutschen Wissenschaftlichen Institut Athen, 1943 — Ⓒ Timon Koulmasis

Rudolf Grimm, Kostas Maroudas, Nelly Andrikopoulou u.a. im Deutschen Wissenschaftlichen Institut Athen, 1943 — Ⓒ Timon Koulmasis

Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του CeMoG θα προβληθεί στις 12 Ιουνίου η ταινία ντοκιμαντέρ του Τίμωνα Κουλμάση, Πορτραίτο του πατέρα σε καιρό πολέμου (GR/DE 2016, 88’). Με φόντο τη γερμανική Κατοχή στην Ελλάδα (1941-1944), η ταινία αφηγείται μια ερωτική ιστορία καθώς και την ιστορία του Γερμανικού Επιστημονικού Ινστιτούτου (DWI), ενός πολιτισμικού θεσμού που ιδρύθηκε από τους Ναζί το 1941 στην Αθήνα. Μετά την προβολή της ταινίας θα ακολουθήσει ανοιχτή συζήτηση με τη συμμετοχή του σκηνοθέτη καθώς και άλλων ειδικών, μεταξύ άλλων και της Εύης Γραμμένου, η οποία στη μεταπτυχιακή της εργασία μελέτησε την ιστορία του DWI. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα απόσπασμα από την εργασία της, σε μια προσπάθεια να φωτιστούν ορισμένες από τις πτυχές μιας έως και σήμερα άγνωστης πλευράς της ελληνογερμανικής ιστορίας της περιόδου.

Το Γερμανικό Επιστημονικό Ινστιτούτο: μια ασυνήθιστη ιστορία στην Αθήνα της γερμανικής Κατοχής

Τα Γερμανικά Επιστημονικά Ινστιτούτα ως όργανα πολιτισμικής προπαγάνδας

Λίγο πριν από την επίσημη έναρξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου, με εντολή των ναζιστικών αρχών, ιδρύονται και χρηματοδοτούνται στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεκαέξι Γερμανικά Επιστημονικά Ινστιτούτα (DWI), τα οποία ως κύρια όργανα πολιτισμικής προπαγάνδας επεδίωξαν να εδραιώσουν την επιρροή της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας και να διεισδύσουν στις ανώτερες τάξεις των υποταγμένων χωρών, –στους εν δυνάμει μελλοντικούς συνεργάτες τους–, με τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την τέχνη ασκώντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα είδος εκλεπτυσμένης πολιτικής προπαγάνδας. Στις αρχές Οκτώβρη του 1941 εγκαινιάζεται και το Γερμανικό Επιστημονικό Ινστιτούτο στην Αθήνα.

Η ίδρυση του DWI στην Αθήνα της Κατοχής

Το κτίριο που παραχωρήθηκε από τις κατοχικές αρχές για τη στέγαση του ινστιτούτου ήταν η πρώην Γιουγκοσλαβική Πρεσβεία στην οδό Ρηγίλλης 20A. Όπως προβλεπόταν από τις επίσημες αρχές, το DWI της Αθήνας θα αποτελούσε τον κύριο φορέα πολιτισμικής πολιτικής στην Ελλάδα και μαζί με τους άλλους γερμανικούς πολιτισμικούς θεσμούς που ήδη προϋπήρχαν από τις δεκαετίες του 1920 και 1930, –το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, τη Γερμανική Ακαδημία, και τις Γερμανικές Σχολές σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη– θα φρόντιζε για τη διάδοση της γερμανικής επιστήμης και του πολιτισμού, καθώς και για τη σύσφιγξη των πολιτισμικών σχέσεων με τους ελληνικούς πνευματικούς κύκλους. Οι δραστηριότητες του ινστιτούτου θα αφορούσαν ποικίλα επιστημονικά αντικείμενα και θα ήταν κατά μία έννοια υψηλού επιπέδου: διδασκαλία της γερμανικής γλώσσας, εκδόσεις επιστημονικών συγγραμμάτων και λογοτεχνικών έργων, ακαδημαϊκές διαλέξεις, μουσικές εκδηλώσεις, σεμινάρια ποίησης και λογοτεχνίας, καλλιτεχνικές εκθέσεις, χορήγηση υποτροφιών για σπουδές σε γερμανικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και μάλιστα, με εντολή των αρμόδιων υπουργείων του Ράιχ, το DWI θα έπρεπε να προτάσσει την επιστήμη και όχι την απροκάλυπτη πολιτική προπαγάνδα.

O Rudolf Fahrner και το DWI ως τόπος ελληνογερμανικής συνάντησης

Το DWI της Αθήνας, το οποίο λειτούργησε ως τόπος ελληνογερμανικής επιστημονικής συνεργασίας σε τομείς όπως η αρχαιολογία, η ελληνική φιλοσοφία, η λογοτεχνία, η αστρονομία, η λαογραφία, η γεωγραφία, η ιατρική και, εν μέρει, οι νεοελληνικές σπουδές είναι, ίσως, το μοναδικό στο είδος του, το οποίο «εκμεταλλεύεται» τη διαβεβαίωση αυτή διατηρώντας μια διακριτική απόσταση από τις προπαγανδιστικές τακτικές. Δεν απέκτησε, όμως, ποτέ ιδιαίτερα μεγάλη φήμη, τουλάχιστον όχι εφάμιλλη με αυτή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου ή της Γερμανικής Σχολής στην Αθήνα. Επιπλέον, δεν είχε το κύρος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών ινστιτούτων του είδους του, όπως παραδείγματος χάρη του Γερμανικού Επιστημονικού Ινστιτούτου στο Παρίσι, ενώ οι περισσότεροι Έλληνες φαίνεται πως αγνοούσαν ακόμα και την ύπαρξή του. Ο Frank-Rutger Hausmann, μελετητής των DWI που ιδρύθηκαν στην Ευρώπη, με αφορμή τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, περιγράφοντας το ελληνικό ινστιτούτο το διακρίνει από όλα τα υπόλοιπα. Μιλάει για τις ιδιαίτερες προσωπικότητες των ανθρώπων του και, κυρίως, για το κεντρικό πρόσωπο και πρόεδρο του ινστιτούτου, τον Rudolf Fahrner, καθηγητή γερμανικής φιλολογίας και αρχαίας ελληνικής γραμματείας στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, ο οποίος είχε μυηθεί από νωρίς στον περίφημο ποιητικό κύκλο και την ιδέα της Μυστικής Γερμανίας του Stefan George, ολοκληρώνοντας αυτή την περίοδο της ζωής του με τη συμμετοχή του στα συνωμοτικά σχέδια των αδελφών Stauffenberg και το πραξικόπημα της 20ης Ιουλίου. Χάρη στη φιλελληνική του στάση και τους διπλωματικούς χειρισμούς του με τις γερμανικές αρχές, το DWI της Αθήνας κατάφερε με περίτεχνο τρόπο να δημιουργηθεί και να δράσει στα πλαίσια ενός «δικού του κόσμου» ενίοτε αυστηρά ενδογερμανικού, να αποστασιοποιηθεί από την απροκάλυπτη ναζιστική προπαγάνδα και να χαράξει αυτόνομη πορεία αποκτώντας μάλιστα καλή φήμη στους κύκλους της ελληνικής ελίτ. Ο Rudolf Fahrner χρησιμοποιώντας επιτήδεια τον θαυμασμό του Χίτλερ για το αρχαιοελληνικό πνεύμα και διατηρώντας διπλωματική στάση απέναντι και στις δύο χώρες ιδρύει το ινστιτούτο στα δικά του μέτρα: επιβάλλει στις ναζιστικές αρχές το DWI να υπηρετεί τον πολιτισμό και όχι την πολιτική προπαγάνδα, οργανώνει εκδηλώσεις και σεμινάρια λογοτεχνίας, φιλοσοφίας, ποίησης και ιστορίας, απαγορεύει καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του ινστιτούτου την είσοδο σε ένστολους στρατιώτες, δεν αναρτά στους τοίχους ναζιστικά σύμβολα ενώ μεταφράζει έργα αρχαίας κλασικής και νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από την άλλη πλευρά, μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, και παρά τις κλασικές του καταβολές, στρέφει το βλέμμα του στα νεοελληνικά γράμματα και τη νεοελληνική πραγματικότητα λειτουργώντας, σύμφωνα με ομόφωνες γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, πολλές φορές ακόμα και ευεργετικά απέναντι σε ανθρώπους που είχαν έρθει αντιμέτωποι με τα κατασταλτικά μέτρα των αρχών Κατοχής.

«Μια πνευματική όαση» στο κέντρο της κατοχικής Αθήνας;

Είναι, ίσως, περίπλοκο να κατανοήσουμε ακόμα και σήμερα, σχεδόν 70 χρόνια μετά την Κατοχή, πως ένας τέτοιος θεσμός κατάφερε να καθιερωθεί ως τόπος ελληνογερμανικής συνάντησης και ίσως ως καταφύγιο αντιφρονούντων φοιτητών, οι οποίοι όπως περιγράφεται, «έβρισκαν εκεί μια πνευματική όαση», κόντρα στη δεινή ατμόσφαιρα της εποχής. Αποτέλεσαν, λοιπόν, με βάση την ιστορία του ελληνικού DWI, ο πολιτισμός και η τέχνη το αντίδοτο κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής; Ποιος υπήρξε τελικά ο ρόλος του επιστήμονα σε αυτή την πολύπλευρη πραγματικότητα πολιτικής προπαγάνδας και πολιτισμού, κατακτητών και κατακτημένων; Εφαρμόστηκε εν τέλει μια επιτυχημένη πολιτισμική πολιτική στην Ελλάδα, επιτυχημένη ως προς το γεγονός ότι ήταν απαλλαγμένη από έντονα ναζιστικά χαρακτηριστικά; Το DWI καλύπτει σαφώς μέρος των ερωτημάτων, καθώς αποτέλεσε μια μεμονωμένη περίπτωση και μια ιδιόμορφη ιστορία για τα δεδομένα της εποχής, όχι μόνο σε σχέση με τα ευρωπαϊκά συγγενή παραρτήματα, αλλά και σε σύγκριση με τα άλλα γερμανικά πολιτισμικά ιδρύματα που δραστηριοποιήθηκαν στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, τα οποία ακολούθησαν κατά βάση την επίσημη γραμμή. Ως προς αυτό, λοιπόν, θα ήταν αυθαίρετο να διατυπώσουμε την άποψη ότι η πολιτισμική πολιτική στην Ελλάδα της Κατοχής πέτυχε συνολικά τον σκοπό της, δηλαδή, να καθιερωθεί ως μια πολιτική με διαχρονικά χαρακτηριστικά, παρά το γεγονός ότι η πολιτισμική δραστηριότητα ήταν ιδιαίτερα έντονη από το ’41 έως το ’44.  Στις περισσότερες περιπτώσεις, άλλωστε, αντιμετωπίστηκε κυρίως ως ένα ακόμη μέτρο των κατακτητών.  Επιπλέον, είναι γεγονός ότι το ελληνικό DWI λειτουργούσε με μια ιδιαίτερη εσωστρέφεια, καθώς απευθυνόταν σε ένα μικρό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, αυτό των γερμανοτραφών ελληνικών πνευματικών κύκλων, το οποίο, όμως, από την άλλη πλευρά, ήταν σημαντικό για τη διαμόρφωση των πνευματικών και πολιτικών ακόμα εξελίξεων. Θα ήταν, επίσης, υπερβολικό να ενστερνιστούμε το συμπέρασμα του Hausmann ότι το DWI αποτέλεσε έναν αντιστασιακό πυρήνα. Ακόμα και επιστήμονες, όπως ο Fahrner, που αποστασιοποιήθηκαν από τις ναζιστικές επιταγές, και δημιούργησαν, κατά γενική ομολογία, ένα ινστιτούτο με αντισυμβατικό χαρακτήρα, δεν μπορούσαν να αμφισβητήσουν άμεσα τη θέση τους στον θεσμό, αφού η ανάμιξή τους, ιδεολογική και υλική, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια στην αντίθετη άποψη.

Ο ρόλος του επιστήμονα και η στροφή προς τις νεοελληνικές σπουδές

Η ιστορία του Γερμανικού Επιστημονικού Ινστιτούτου της Αθήνας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα από τις διαθέσιμες πηγές, αποτελεί, ωστόσο, ένα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο ο επιστήμονας είχε τη δυνατότητα να ελιχθεί βάσει των προσωπικών του επιλογών μέσα σε έναν τέτοιο θεσμό, να διαμορφώσει τη δική του θέση μέσα στον μηχανισμό της πολιτισμικής πολιτικής και να προβάλει, εν τέλει, με τους δικούς του όρους το επιστημονικό του έργο. Άλλωστε στην πραγματικότητα, η εξωτερική πολιτισμική πολιτική κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε στις περισσότερες χώρες αποτέλεσμα χειρισμών των εκπροσώπων της παρά ένα οργανωμένο σχέδιο. Στην περίπτωση του Fahrner και του ελληνικού ινστιτούτου συντελείται, όμως, ακόμα μια θετική εξέλιξη ως προς το εξής: παρότι ο ίδιος και οι συνεργάτες του ήταν μυημένοι στον κλασικό αρχαιοελληνικό πολιτισμό, έστρεψαν το βλέμμα τους στη νεοελληνική πραγματικότητα, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία σε μια εποχή μάλιστα που οι νεοελληνικές σπουδές δεν είχαν ακόμα προκαλέσει το θερμό ενδιαφέρον των ξένων μελετητών. Μέσα από τη διαδικασία της «ανταποδοτικής βοήθειας», όπως συχνά την αποκαλούσαν, στους σύγχρονους Νεοέλληνες προκειμένου εκείνοι να αντιληφθούν το παρελθόν τους ως συστατικό στοιχείο της σύγχρονης ζωής τους, ο Fahrner και οι συνεργάτες του δημιούργησαν, μιλώντας με σύγχρονους όρους, γέφυρες πολιτισμικών μεταφορών και έναν ουσιώδη πολιτισμικό διάλογο. Επιπλέον, η νεοελληνική πραγματικότητα, οι σκληρές συνθήκες της Κατοχής και οι κύκλοι στους οποίους κινήθηκε ο Fahrner επέτρεψαν στο ινστιτούτο να λάβει τον χαρακτήρα που έλαβε απορρίπτοντας συνειδητά τη ναζιστική αντίληψη περί πολιτισμού.

Το DWI ως ιστορία μνήμης

Η ιστορία του Γερμανικού Επιστημονικού Ινστιτούτου αποτελεί, κυρίως, μια ιστορία μνήμης, αποτελεί σκέψεις πάνω σε ερωτήματα που τίθενται ακόμα και σήμερα σχετικά με την αντίσταση του πολιτισμού και της τέχνης σε συνθήκες ολοκληρωτικών καθεστώτων. Η έρευνα βέβαια έχει να αποκαλύψει ακόμα πολλά για τέτοιου είδους πτυχές της ελληνογερμανικής πολιτισμικής συνάντησης στην Κατοχή, καθώς και να προσφέρει διαφορετικές αναγνώσεις της Ιστορίας, όχι μόνο επειδή μέσα από την έρευνα αποκαλύπτονται περισσότερες πηγές, αλλά καθώς μέσα από τέτοιες ιστορίες καλούμαστε να αφουγκραστούμε και από μια άλλη πλευρά μια απομακρυσμένη από εμάς εποχή, και τους ανθρώπους της.

Εύη Γραμμένου

Το Γερμανικό Επιστημονικό Ινστιτούτο (DWI) στα χρόνια της Κατοχής (1941-1944) και ο ρόλος του επιστήμονα. Μια άλλη όψη της γερμανικής εξωτερικής πολιτισμικής πολιτικής,
μεταπτυχιακή εργασία, Βερολίνο, Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βερολίνου, 2017.