Hans και Niki Eideneier: "Η μετάφραση είναι μια συνεχής άσκηση για εμβάθυνση και στις δύο γλώσσες"

Hans και Niki Eideneier

Μεταγραφή της συνέντευξης των Χανς και Νίκη Αϊντενάιερ: "Η μετάφραση είναι μια συνεχής άσκηση για εμβάθυνση και στις δύο γλώσσες"


Μεταγραφή

Η ελληνική λογοτεχνία στη Γερμανία

Xανς Aϊντενάιερ (ΧΑ): Η ελληνική λογοτεχνία, αν μπορώ να κρίνω από τα γερμανικά πανεπιστήμια, έχει εξαφανιστεί, αν μπορούμε να πούμε ότι υπήρχε ποτέ.

Νίκη Aϊντενάιερ (ΝΑ): Η ελληνική λογοτεχνία ποτέ δεν υπήρξε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Όλοι μιλούν για τις καλές και κακές μεταφράσεις, αλλά ποιος τις έχει διαβάσει πραγματικά; Ποιος τις έχει μελετήσει στα μαθήματά του της γερμανικής φιλολογίας; Ποιος;

XA: Υπάρχει ένα παράδειγμα. Όταν ο Σεφέρης κέρδισε το βραβείο Νόμπελ, στα γερμανικά υπήρχε μία και μοναδική μετάφραση από κάποιον κύριο Κρίστιαν Εντσενσμπέργκερ, αδερφό του Χανς Μάγκνους, ο οποίος ήθελε να κάνει την υφηγεσία του στην Αγγλική Φιλολογία του Μονάχου, και βρήκα πού μένει - σήμερα μπορείς να τα βρεις όλα στο ίντερνετ, τότε δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη - είδα ότι μένει σε έναν παράλληλο δρόμο, λίγα σπίτια μακριά από εμένα. Τότε δεν ήμουν καν λέκτορας, παρά μονάχα φοιτητής ή υποψήφιος διδάκτορας του Μπεκ στο Μόναχο. Και πηγαίνω σπίτι του και λέω «Είμαι φιλόλογος νέων ελληνικών, χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω, βρίσκω πολύ καλές τις μεταφράσεις σας και γενικώς, τι σκοπεύετε, θέλετε να συνεχίσετε να μεταφράζετε Σεφέρη;» Κι αυτός ο αλήτης δεν ήθελε με τίποτα να παραδεχτεί ότι είχε μεταφράσει τον Σεφέρη από τα αγγλικά και ότι δεν ήξερε ούτε λέξη ελληνικά. Ήταν φιλόλογος της αγγλικής γλώσσας και όντως ήξερε από λογοτεχνία, καθηγητής λογοτεχνίας ήταν, αλλά φυσικά αγγλόφωνης λογοτεχνίας και κάπως κατάφερε να εκδώσει τη μετάφρασή του στον εκδοτικό οίκο Suhrkamp, όχι στο Inselverlag. Ήταν μια πολύ ωραία δεμένη έκδοση και η μοναδική που υπήρχε τότε. Λίγο ή πολύ με πέταξε έξω από το σπίτι του, όταν φυσικά είπα ότι ίσως στο μέλλον θα ήταν καλύτερα αν μπορούσαμε να μεταφράζουμε τον Σεφέρη απευθείας από τα ελληνικά. «Και ποιος είστε εσείς;» Κι εγώ δεν ήμουν και τίποτα τότε, αλλά όλο αυτό είναι χαρακτηριστικό για τον τρόπο που μπορούσε να συμπεριφέρεται κανείς απέναντι σε τέτοιες λογοτεχνίες, απέναντι σε τέτοιες μικρές χώρες.

Οι συγγραφείς

ΧΑ: Είχαμε το μεγάλο πλεονέκτημα ότι είχαμε πάντα ένα διάλογο με τους συγγραφείς. Ο Κοτζιάς μας επισκεπτόταν, δεν θα πω κάθε μήνα, αλλά σίγουρα 2-3 φορές το χρόνο στην Κολωνία ή και εδώ στην Ελλάδα και χαιρόταν πάντα, όταν μιλούσαμε για τα έργα του ή όταν μας έλυνε ο ίδιος απορίες. Και πραγματικά υπήρχε ένας πολύ καλός διάλογος, έτσι ώστε μπορούσα να καταλάβω τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία έγραφε. Μια φορά μου εξομολογήθηκε: «Ξέρεις, σε εσένα μπορώ να σου το πω, στην Ελλάδα δεν αρέσει ιδιαίτερα, όταν το λέω, αλλά γράφω φωναχτά». Και αυτό φυσικά ήταν ακριβώς... Ήταν η εποχή που δημοσίευα συνεχώς για το Λόγο, το Μέλος και το Ρυθμό. Και λέει: «Να, αυτό ακριβώς είναι!» To υποψιαζόμουν βέβαια, και αν μετά από δεκαπέντε συλλαβές, – τόσο φτάνει η ανθρώπινη αναπνοή, το εξάμετρο έχει δεκαέξι ως δεκαοκτώ συλλαβές, περισσότερο δεν αντέχει η ανθρώπινη αναπνοή, κι αυτό έχει μείνει το ίδιο από τον Όμηρο μέχρι σήμερα - και αν στον Κοτζιά μετά από δεκαπέντε, δεκαέξι συλλαβές δεν βρω ένα «και» τότε ξέρω ότι θα έχει ένα κόμμα ή μια τελεία, σωστά; Αν, όμως, υπάρχει ένα «και», τότε αυτό το «και» βρίσκεται πάλι στη θέση μιας τελείας, ενός σημείου στίξης, έτσι ώστε τη στιγμή που γράφει φωναχτά, με ανθρώπινη φωνή, στο σημείο αυτό κάνει ένα διάλειμμα. Αυτό το παρατηρούμε έως και σήμερα στη νεοελληνική λογοτεχνία.

NA: Και βέβαια όλοι οι Έλληνες συγγραφείς το έκαναν σωστά χωρίς να το σκεφτούν, δηλαδή σωστά σύμφωνα με αυτήν την παράδοση. Οι περισσότεροι Έλληνες ακόμη και σήμερα γράφουν σαν να μιλούσαν.

ΧΑ: Τα πεζά λογοτεχνικά κείμενα στα ελληνικά είναι δομημένα ρυθμικά, πάντα... Και όταν κατάλαβα ότι το 80% των προτάσεων του έντεχνου πεζού λόγου του 15ου και 16ου αιώνα ξεκινούν με «και», ονόμασα αυτό το «και» «η ακουστή τελεία» και τότε ανέτρεξα στον Λούθηρο, ο οποίος στη μετάφρασή του της Βίβλου - εκεί υπάρχει ήδη αυτό το «και», στην Καινή Διαθήκη, που στα ελληνικά έχει σημασία μόνο στην εκκλησία, για τον πεζό λόγο του μεσαίωνα όμως δεν παίζει κανένα ρόλο - πάντα μετέφραζε το «και» με το γερμανικό «und». Και με αυτό τον τρόπο δημιούργησε μια βιβλική γλώσσα, την οποία μιμούνται τώρα όλοι οι ευαγγελικοί θεολόγοι. Το πιο σημαντικό λοιπόν σε αυτόν τον πεζό λόγο είναι ότι όλες οι προτάσεις πρέπει να ξεκινούν με «και» και έκανε απλώς ένα λάθος, γιατί - και επιστρέφουμε τώρα σε αυτό που είπα προηγουμένως - ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός δεν είχε τη σωστή πρόσβαση σε αυτά τα ελληνικά λογοτεχνικά ή και μη λογοτεχνικά κείμενα, γιατί μέχρι τις αρχές της νεωτερικότητας δεν είχαμε να κάνουμε με αναγνώστες, αλλά με ακροατές, και η πρόσληψη γίνεται από το αυτί.

Κι αυτό πάλι έχει άμεση σχέση με την ιστορία της πρόσληψης. Τη στιγμή που ο Κοτζιάς έχει αναγνώστες που αντιλαμβάνονται αυτόν το ρυθμό - αν αυτό γίνεται πάντα συνειδητά είναι άλλο ερώτημα, δεν χρειάζεται να γίνεται πάντα συνειδητά - αλλά περιμένουν από ένα νεοελληνικό πεζό κείμενο να είναι ρυθμικά δομημένο. Και στη γερμανική γλώσσα, για παράδειγμα, αυτό έπαψε να ισχύει εκατό χρόνια νωρίτερα, δηλαδή εκατό χρόνια νωρίτερα από ακροατές γίναμε αναγνώστες. Αλλά εκατό χρόνια δεν είναι πολλά και βρισκόμαστε στον Γκαίτε, τον οποίο παρουσίαζα πάντα στους φοιτητές μου, γιατί πήγαινε πάνω κάτω όταν έγραφε ποίηση; Γιατί είχε το ιαμβικό ή το τροχαϊκό μέτρο στο βηματισμό του. Και έτσι υπαγόρευε. Και αυτοί οι ποιητές του μεσαίωνα ή οι πεζογράφοι έγραφαν όρθιοι, είχαν αναλόγια, δεν είχαν γραφεία. Γιατί; Γιατί περπατούσαν πάνω κάτω και έτσι έβρισκαν το ρυθμό.

Την προηγούμενη εβδομάδα κάθισα πάλι και μετέφρασα δυο ποιήματα του Καβάφη ξανά, παρότι υπάρχει η μετάφρασή μας, που εκδόθηκε σε εμάς δηλαδή, αλλά υπάρχουν και άλλες γερμανικές μεταφράσεις, που είναι πολύ καλές εν μέρει, που με ενοχλούσαν όμως από άποψη ρυθμού, και σκέφτηκα ότι μπορώ με βάση αυτές να κάνω εύκολα κάτι καλύτερο. Και ο Καβάφης ενδείκνυται ιδιαίτερα για αυτό το σκοπό, γιατί ο Καβάφης είναι ένας άνθρωπος που δουλεύει ακριβώς σε αυτήν την παράδοση του Λόγου, του Μέλους και του Ρυθμού. Ξέρουμε ότι, στη δουλειά του στο Κάιρο, εεε, στην Αλεξάνδρεια, ήταν δημόσιος υπάλληλος στην αγγλική εταιρεία ύδρευσης, ήταν ο μόνος που είχε την πόρτα του γραφείου του κλειστή, όχι λόγω correctness όπως οι Αμερικανοί τώρα, οι πόρτες ήταν πάντα ανοιχτές, και υπήρχε ένα συνεχές πήγαινε έλα. Όχι, «Mr. Kavafis is working», και κοίταζες από την κλειδαρότρυπα και τον έβλεπες να πηγαίνει πέρα δώθε και να πετάει προσχέδια για ένα ποίημα στους τοίχους και να ακούει την ηχώ τους. Κι όταν η ηχώ πήγαινε από εδώ εκεί, σίγουρα οι τοίχοι ήταν γυμνοί, ακουγόταν, και όλοι το ήξεραν, γιατί μιλούσε δυνατά και με πάθος, με όλο το πάθος εκείνης της εποχής, πετούσε μεμονωμένες φράσεις, για να το πω έτσι, στον τοίχο και άκουγε την ηχώ τους και μόνο όταν του άρεσαν στο αυτί του, τις έγραφε και μετά ξανά τις διόρθωνε ασταμάτητα κ.λπ. Και αυτή ακριβώς είναι η παράδοση που περιμένουμε από έναν Έλληνα συγγραφέα του διαμετρήματος του Καβάφη. Και όταν έρχεται, για παράδειγμα, ο Σεφέρης και αναρωτιέται «Ναι, αυτός ο Κάλβος και ο Καβάφης τι ήταν τελικά, ήξεραν τελικά σωστά ελληνικά;» Τότε παρενέβην σοβαρά και είπα «Αγαπητέ Σεφέρη, εδώ το παρατραβάς». Δηλαδή αυτό δεν έχει καμία σχέση, γιατί η ποίηση είναι ούτως ή άλλως μια τεχνική γλώσσα και η τεχνική έχει να κάνει με την τέχνη. Το ότι ο Καβάφης μιλούσε καλύτερα αγγλικά από ελληνικά, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο.

Το τρίτο στεφάνι, έκανα και σεμινάρια για αυτό, έπρεπε απλώς να υπάρχει στα γερμανικά, ανήκει στην παγκόσμια λογοτεχνία. Το οποίο βέβαια στα ελληνικά, αν μιλούσες δηλαδή με τον ίδιο τον Ταχτσή... Σου λέω, μπορούσαμε να τους καλούμε όλους, τον Ταχτσή τον είχαμε στη Κολωνία.

NA: και τον Μουρσελά και τον...

ΧΑ: Τους καλούσαμε όλους, είχα και χρήματα στη διάθεσή μου από το πανεπιστήμιο και από το ελληνικό υπουργείο. Είχαμε δίπλα μας τον πρέσβη κ.λπ.

NA: Ήταν οι καλές εποχές...

ΧΑ: Τους έστελνα ένα εισιτήριο, βέβαια όλοι έμεναν στο σπίτι μας, και φυσικά ήταν όλοι τους ενδιαφέρουσες προσωπικότητες. Και οι φοιτητές επωφελούνταν πραγματικά από αυτή την εμπειρία, γιατί μπορούσαν να επικοινωνήσουν απευθείας μαζί τους.

NA: Αυτό που ξέχασε να πει ο Χανς, ή ίσως δεν το θεωρεί τόσο σημαντικό, εγώ όμως το θεωρούσα και το θεωρώ και σήμερα ακόμη πολύ σημαντικό, είναι ότι η πρώτη συλλογική δουλειά στη μετάφραση στην Κολωνία ήταν δέκα μονόπρακτα, δηλαδή θέατρο. Και αυτό γιατί οι διάλογοι ήταν ακριβώς τόσο ζωντανοί ή είναι πάντα στο θέατρο, και ήταν ακόμη πιο ενδιαφέρον για τους φοιτητές. Έτσι ήταν μια προφορική μετάφραση και όταν τελείωσε, ένα βιβλιοπωλείο - αυτό το βιβλιοπωλείο έπαιξε μετά σημαντικό ρόλο στην ίδρυση της «Ρωμιοσύνης» - το εξέδωσε ως δική του έκδοση. Και δεν έμεινε σε αυτό, αλλά προσπαθήσαμε με πολύ κόπο αλλά και με μεγάλη επιτυχία να παιχτούν αυτά τα κομμάτια σε γερμανικά θέατρα. Και τρία ή τέσσερα από αυτά όντως ανέβηκαν, ήταν πολύ πολύ ωραίες εμπειρίες, αλλά δύσκολες εποχές.

ΧΑ: Ήταν πολύ ενδιαφέρουσες εποχές, θα έλεγα, αλλά τελικά μόνο όταν τις βλέπεις εκ των υστέρων. Όντως είχαν ενδιαφέρον, έτσι δεν είναι; Και όντως τα καταφέραμε. Το Τάβλι του Κεχαΐδη ήταν απίστευτο. Μόνο στην Κολωνία είχαμε 35 παραστάσεις, και το ήξερα απέξω και κάθε βράδυ – γιατί εγώ ήμουν πάντα εκεί, ήμουν πραγματικά ο ιμπρεσάριο - με συνέπαιρνε. Ήξερα κάθε πρόταση και είχαμε πραγματικούς επαγγελματίες ηθοποιούς, αυτά δεν τα κάναμε πια με τους φοιτητές μας. Αλλά ήταν όντως μια εποχή που προσπαθούσαμε να εισάγουμε το νεοελληνικό θέατρο - μονόπρακτα με αυτήν την έννοια υπήρχαν ελάχιστα στη γερμανική λογοτεχνία. Τα καταφέραμε και αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο πριν από τη «Romiosini», ένας από τους λόγους που ιδρύθηκε η «Romiosini», γιατί όλα αυτά έπρεπε πια να συστηματοποιηθούν κάπως.

Πώς γίνεται κανείς μεταφραστής λογοτεχνίας;

NA: Δίδασκα για ένα διάστημα, εννιά χρόνια, ελληνικά στη Φρανκφούρτη και επιπλέον είχα προσθέσει οικειοθελώς μια ώρα λογοτεχνία και είχα φοιτητές κάθε ηλικίας. Δηλαδή φοιτητές που δεν μάθαιναν ελληνικά επειδή έπρεπε, αλλά επειδή ήθελαν. Και ήταν μια πολύ ωραία περίοδος και κατάλαβα ότι τους ενδιέφερε πολύ και η λογοτεχνία και σχηματίσαμε μια ομάδα που ήταν ανεξάρτητη από το πρόγραμμα μαθημάτων. Καθόμασταν επί ώρες μετά το μάθημα στην αίθουσα και αρχίσαμε να μεταφράζουμε. Σκεφτόμουν ότι αν βιώσουν αυτή την αίσθηση της ικανοποίησης που έχεις, όταν μεταφράζεις ένα δύσκολο ελληνικό κείμενο, τα κείμενα εξάλλου ήταν ποίηση, ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, με αυτά ξεκινήσαμε. Τότε φυσικά ήταν και η εποχή που ο Ρίτσος ήταν ιδιαίτερα επίκαιρος, μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του 1970, και πράγματι, οι φοιτητές το ένιωσαν αυτό και γι’ αυτό έμεναν οικειοθελώς δυο και τρεις ώρες μετά το μάθημα και μεταφράζαμε. Πώς γινόταν αυτή η ομαδική μετάφραση; Ξεκινούσαμε όλοι με πέντε - έξι στίχους σε κάθε συνάντηση και ο χρόνος δεν μας έφτανε με τίποτα. Και αφού όλοι είχαν μπει στο πνεύμα - όχι της μετάφρασης, αλλά της ποίησης του Ρίτσου - μοίραζα τα κείμενα. Η διαδικασία της μετάφρασης ήταν η εξής: αρχικά όλοι μετέφραζαν τα ίδια αποσπάσματα και ο καθένας έφερνε τη δική του μετάφραση και ύστερα τις διορθώναμε συλλογικά προτείνοντας αλλαγές και κάνοντας βελτιώσεις. Υπήρχαν φυσικά και παρανοήσεις του νοήματος, τις οποίες τις επεξεργαζόμασταν από κοινού και ήταν μια πολύ ωραία διαδικασία, ήταν μια από τις ωραιότερες ώρες μου στο μάθημα. Φυσικά ήταν προχωρημένοι στο μάθημα της γλώσσας και το αποτέλεσμα ήταν ότι προέκυψε ένα βιβλίο. Αφού τελειώσαμε με τη μετάφραση, δηλαδή, μια φοιτήτρια γνώριζε έναν εκδοτικό οίκο, και όπως είπα ο Ρίτσος ήταν μοντέρνος, και ο εκδοτικός οίκος το δέχτηκε και αυτή ήταν η πρώτη μας έκδοση. Για τη «Romiosini» τότε δεν γινόταν καν λόγος, μιλάμε για την δεκαετία του 1970. Αυτή, λοιπόν, ήταν η αρχή. Φυσικά αυτή η διαδικασία με συνεπήρε και ήθελα και να δοκιμαστώ κι εγώ, αν είχα μάθει τη γερμανική γλώσσα τόσο καλά, ώστε να μπορώ να μεταφράζω. Φυσικά δεν ήταν καθόλου εύκολο, ωστόσο έθετα κι εγώ τη μετάφρασή μου στην κρίση των ακροατών και αυτοί ήταν πραγματικά πρόθυμοι να διορθώσουν τις αστοχίες μου και μερικές φορές και τα γραμματικά λάθη μου κ.λπ., και στο τέλος έγινε ένα πολύ όμορφο βιβλίο. Αυτή ήταν η αρχή - όχι όμως το τέλος!

ΧΑ: Εγώ ήμουν λέκτορας νεοελληνικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Κολωνίας και αν ασχοληθείς λίγο πιο σοβαρά, όπως είπε και η Νίκη, υπάρχουν άνθρωποι που τελειώνουν τα μαθήματα γλώσσας και μετά ενθουσιάζονται με τη λογοτεχνία. Κι εφόσον υπήρχαν τέτοιοι φοιτητές που ήταν σε θέση από γλωσσική άποψη να κάνουν μια τέτοια μετάφραση, ξεκίνησα κι εγώ στην Κολωνία, κι έδινα στους φοιτητές να μεταφράσουν, και στη συνέχεια - όπως η Νίκη στη Φρανκφούρτη - διορθώναμε τις μεταφράσεις από κοινού, και μετά βέβαια υπήρχε το πρόβλημα του εκδοτικού οίκου, γιατί, όταν ασχολείσαι σοβαρά με τη μετάφραση, θέλεις να ξέρεις ότι κάποια στιγμή αυτό που μεταφράζεις θα εκδοθεί, γιατί αν καταλήξει στο συρτάρι του γραφείου δεν σου κάνει τόσο κέφι.

Νομίζω ότι το πρώτο μου βιβλίο ήταν του Βαλτινού, Το συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη, έτσι δεν είναι; Και τότε είχα στη διάθεσή μου και χρήματα, για να καλώ κόσμο. Είχαμε προσκεκλημένους πάρα πολλούς συγγραφείς, κάτι που είχε ενδιαφέρον τόσο για τους φοιτητές όσο και για τη Σχολή και πολύ συχνά καλούσαμε στο μάθημα τον Βαλτινό που του άρεσε πολύ να μιλάει. Αλλά κι άλλους συγγραφείς, όπως τον Μηλιώνη για παράδειγμα, τον Χριστόφορο, και τα κείμενά τους άρεσαν πολύ και ήταν και σχετικά βατά κείμενα. Εννοώ, η μετάφραση ενός εκτενούς μυθιστορήματος σε συνεργασία με τους φοιτητές είναι πάντα ένα δύσκολο εγχείρημα. Η μετάφραση, όμως, ενός διηγήματος του Μηλιώνη είναι κάτι εφικτό. Οι δέκα σελίδες είναι ένας διαχειρίσιμος αριθμός και, όταν η μετάφραση είναι καλή και παίρνεις τα εύσημα, τότε συνεχίζεις, έτσι δεν είναι;

NA: Τότε δεν υπήρχαν καν μεταφραστές, πόσο μάλλον μεταφραστές λογοτεχνίας! Υπήρχαν μεταφραστές που ασχολούνταν με έγγραφα γραφείου στα προξενεία ή στην πρεσβεία, αλλά δεν μπορούσαν να μεταφράσουν λογοτεχνία. Γι’ αυτό κι εμείς εκπαιδεύσαμε οι ίδιοι μεταφραστές. Ο όρος «εκπαίδευση» είναι φυσικά κάπως υπερβολικός. Υπήρχαν άνθρωποι με ταλέντο που ήξεραν καλά και τις δύο γλώσσες και κυρίως τα γερμανικά, κάτι που τότε δεν μπορούσα να ισχυριστώ ακόμη για μένα. Υπήρχε μια φιλοδοξία και όταν έβλεπαν ότι κάτι έβγαινε, αποκτούσαν ακόμη μεγαλύτερη όρεξη να μεταφράσουν. Και, για να είμαστε ειλικρινείς, είχαν πάντα τη σιγουριά ότι, ακόμη κι αν δεν καταλάβαιναν καλά τα κείμενα, δεν θα υπήρχε πρόβλημα, γιατί ήμουν εγώ δίπλα τους.

Τι σημαίνει για σένα η μετάφραση;

NA: Είναι μια συνεχής άσκηση για εμβάθυνση και στις δύο γλώσσες, ασχέτως αν μεταφράζουμε από τα γερμανικά στα ελληνικά ή από τα ελληνικά στα γερμανικά, είναι ένα είδος γρίφου που με γοητεύει βαθύτατα. Όταν, λοιπόν, θέλω να ξεκουραστώ από τις διάφορες υποχρεώσεις και τα καθήκοντά μου, καταφεύγω στη μετάφραση. Ανεξαρτήτως από το αν θα δημοσιευτεί ή όχι για μένα είναι μια συνεχής πρόκληση και άσκηση για το μυαλό και την ψυχή μου.

XA: Φυσικά είναι μια νοητική πρόκληση, μια νοητική πρόκληση. Ιδιαίτερα επειδή η ειδίκευσή μου είναι στον τομέα της μεσαιωνικής ποίησης που είναι ένα τελείως νέο πεδίο. Θυμάμαι, όταν μια θεατρική ομάδα από την Κρήτη - επικεφαλής της οποίας ήταν κρητικοί διανοούμενοι, όπως έμαθα αργότερα - ήθελε να ανεβάσει στα γερμανικά τον Ερωτόκριτο, και πήραν τη διασκευή του Ευαγγελάτου. Απευθύνθηκαν τότε στην ελληνική πρεσβεία και ρώτησαν ποιος θα μπορούσε να αναλάβει μια τέτοια μετάφραση στο γερμανόφωνο χώρο. Και από την πρεσβεία ομόφωνα απάντησαν ότι ο μοναδικός που μπορεί να την αναλάβει είναι ο Αϊντενάιερ, στην Κολωνία ήμουν τότε ακόμη. Το είδα τότε λίγο πολύ ως καθήκον μου και ανακάλυψα ότι η πρόκληση ήταν όμως πάρα πολύ μεγάλη, γιατί επρόκειτο για κρητική διάλεκτο και όχι απλώς για το μεσαίωνα. Και τέτοιες προκλήσεις, όπως o Ερωτόκριτος, εμπλουτίζουν τη ζωή σου, και όταν τα καταφέρνεις, αισθάνεσαι και ο ίδιος τεράστια ικανοποίηση.

Η διαδικασία

NA: Πώς φέρνεις ένα κείμενο, ας ξεκινήσουμε ξανά με την ποίηση, σε μια μετάφραση τόσο κοντά στο πρωτότυπο, όσον αφορά το ρυθμό και τη μελωδία – μελωδία δεν μπορείς να πεις, αλλά ναι και αυτήν – το ελληνικό τραγούδι για παράδειγμα δεν είναι μόνο κείμενο, αλλά ο τρόπος που μελοποιείται είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένος με το κείμενο, ώστε δεν γίνεται να διαχωριστούν. Και σε αυτήν την περίπτωση θα έλεγα ότι απαιτείται πολλή δουλειά, για να τα καταφέρουμε. Είναι, όμως, εφικτό. Έχουμε ένα παράδειγμα από το οποίο προέκυψαν δύο βιβλία. Αυτός ο φίλος μας, ο βιβλιοπώλης - δυστυχώς πέθανε πολύ νωρίς - μετέφρασε για πρώτη φορά μια συλλογή ελληνικών τραγουδιών στα γερμανικά, έγραψε και τις νότες κ.λπ., και την εξέδωσε στη «Romiosini». Στη συλλογή περιλαμβάνονταν μάλιστα και μελοποιημένα ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη που τα τραγουδούσε στα γερμανικά. Ήταν κάτι εξαιρετικό. Δεν μπορεί φυσικά να γίνει με κάθε τραγούδι, αλλά είναι εφικτό. Απαιτεί, βέβαια, πάρα πολλή δουλειά και προπαντός γνώση του ελληνικού ρυθμού. Κι αυτό είναι κάτι που στην ποίηση, δεν αναφέρομαι στην ομοιοκαταληξία κ.λπ., αυτά είναι παρωχημένα θέματα, αλλά ο ελεύθερος ρυθμός του ποιήματος μπορεί να αναδημιουργηθεί στη γερμανική γλώσσα. Θεωρώ ότι η ελληνική ποίηση από τον Σεφέρη κι έπειτα είναι ίσως πιο εφικτό να μεταφραστεί στα γερμανικά. Είναι φυσικά και θέμα εξάσκησης.

XA: Η μετάφραση της ποίησης του μεσαίωνα είναι απλή. Η δημώδης λογοτεχνία έχει μόνο ένα μέτρο, το δεκαπεντασύλλαβο ή αλλιώς πολιτικό στίχο, που μπορούμε να τον αναπαράγουμε και στα γερμανικά.

Και όλα τα έργα που εξέδωσα, όλα τα μετέφρασα στα γερμανικά σε δεκαπεντασύλλαβο. Ο γερμανικός δεκαπεντασύλλαβος είναι σχεδόν εξίσου διαδεδομένος στη Γερμανία όσο στην Ελλάδα, οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Θα μπορούσα να συνεχίσω να μιλάω σε γερμανικό δεκαπεντασύλλαβο, αν το προσπαθήσεις σιγά σιγά. «O Tannenbaum, o Tannenbaum, wie grün sind deine Blätter» [Ω έλατο, ω έλατο, τα πράσινά σου φύλλα] ή «Und wenn sie nicht gestorben sind, dann leben sie noch heute» [Κι αν δεν έχουνε πεθάνει, ζούνε σήμερα ακόμη]. Έχουμε, λοιπόν, τη φράση με την οποία τελειώνουν όλα τα παραμύθια στα γερμανικά «Und wenn sie nicht gestorben sind, dann leben sie noch heute» [Κι αν δεν έχουνε πεθάνει, ζούνε σήμερα ακόμη] που είναι ένας κλασικός δεκαπεντασύλλαβος, καθώς και το πιο σημαντικό χριστουγεννιάτικο τραγούδι «O Tannenbaum, o Tannenbaum, wie grün sind deine Blätter» [Ω έλατο, ω έλατο, τα πράσινά σου φύλλα] που είναι κι αυτό γραμμένο σε κλασικό δεκαπεντασύλλαβο. Επομένως, κανένας Γερμανός δεν το νιώθει σαν κάτι ξένο, αν το μεταφράσεις έτσι, και έτσι πρόσθεσα στον Πτωχοπρόδρομο, στην ελληνική μου έκδοση, μια πλήρη μετάφραση στα γερμανικά, που είναι και 1200 στίχοι, σε δεκαπεντασύλλαβο. Εκδόθηκε όμως από τη «Romiosini», δηλαδή δεν έγινε ιδιαίτερα γνωστή, γιατί δεν επενδύσαμε καθόλου στη διαφήμιση.

NA: Η πρόζα έχει άλλου είδους δυσκολίες, αλλά όχι την απόδοση του ρυθμού. Ακόμη και στα γερμανικά, αυτήν την αυστηρή γλώσσα που απαιτεί πολλές φορές να βάζουμε το ρήμα στο τέλος ή μια διαφορετική δομή μέσα στην πρόταση, μπορούμε να βρούμε τρόπους, για να ξεπεράσουμε τέτοιου είδους μεταφραστικά προβλήματα. Στην ποίηση, όμως, ειδικά όταν υπάρχει και ομοιοκαταληξία, κάπου υπάρχει ένα όριο. Για κάποιον που είναι μεν καλός μεταφραστής, αλλά δεν έχει ασχοληθεί με αυτό το πρόβλημα, η ομοιοκαταληξία ακούγεται κάπως σαν παιδικό τραγούδι, ενώ στην ελληνική λογοτεχνία πολύ σημαντικά έργα έχουν γραφτεί με αυτόν τον τρόπο.

Φυσικά δεν μπορώ να απαντήσω μονολεκτικά σε αυτό το ερώτημα ή με μια πρόταση, χρειαζόμαστε συγκεκριμένα παραδείγματα, όπως τις μεγάλες δευτερεύουσες προτάσεις στα γερμανικά, όπου η σωστή θέση του ρήματος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Στην ποίηση μπορούμε να αλλάξουμε τη θέση του, στον πεζό λόγο, όμως, όχι. Στα ελληνικά, αντιθέτως, όπου υπάρχει απόλυτη ελευθερία ως προς τη διαμόρφωση της πρότασης, αυτό που θέλουμε να τονίσουμε μπαίνει στη μέση και όλα τα άλλα δεν έχει σημασία πού θα μπουν, αν το ρήμα θα είναι στην αρχή ή αν θα επαναλαμβάνεται κ.λπ. Δεν είναι τόσο εύκολο να ξεπεράσουμε ένα τέτοιο μεταφραστικό πρόβλημα, αλλά παρ’ όλα αυτά ένας έμπειρος μεταφραστής τα καταφέρνει. Διαμορφώνει ένα άλλο ύφος, το δικό του, που έχει βρει μέσω της άσκησης, και το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό.

Έχω την αίσθηση ότι ειδικά η γερμανική γλώσσα επιτρέπει αυτή τη ζωντάνια. Το πιο σημαντικό είναι να αναγνωρίσουμε πού έγκειται αυτή η ζωντάνια και να μην μεταφράσουμε το κείμενο προσαρμόζοντάς το στο γερμανικό πνεύμα, κάτι που συμβαίνει συχνά, ίσως όχι απαραίτητα για ιδεολογικούς λόγους, αλλά για λογοτεχνικούς λόγους, καθώς γνωρίζουμε τη γερμανική λογοτεχνία. Θα πρέπει πρώτα να ανακαλύψουμε το πνεύμα του κάθε κειμένου και έπειτα να επιχειρήσουμε να το αποδώσουμε, όχι απαραίτητα αυστηρά, δηλαδή προσκολλημένοι στο πρωτότυπο. Στη μετάφραση του πεζού λόγου υπάρχουν ελευθερίες που δεν έχουμε στη μετάφραση της ποίησης.

XA: Μπορούμε να δώσουμε αλλού βαρύτητα. Και πρέπει να δώσουμε αλλού βαρύτητα στη μετάφραση του πεζού λόγου. Μια πετυχημένη έκφραση στο ελληνικό κείμενο δεν αποδίδεται στη μετάφραση απαραίτητα στο ίδιο σημείο με μια πετυχημένη γερμανική έκφραση, και επίσης πρέπει να έχεις πάντα στο πίσω μέρος του μυαλό σου: «Χρωστάω στο συγγραφέα μια ωραία έκφραση». Την έκφραση αυτή θα την συμπληρώσω λίγο παρακάτω στο μεταφρασμένο κείμενο, ώστε να διασφαλίζεται η ισορροπία. Χρειάζεται να έχω διαβάσει έργα του συγγραφέα, ώστε να είμαι σε θέση να αναγνωρίσω όχι μόνο πού βρίσκεται αυτή η ισορροπία, αλλά και πού βρίσκονται τα δυνατά και -υπό συνθήκες- τα αδύνατα σημεία του κειμένου, και να μπορώ κάπως να τα ισοσταθμίσω. Είναι ένα πολύ ωραίο καθήκον και βασικά εδώ φαίνεται ο επαγγελματίας μεταφραστής, έτσι δεν είναι; Ο μεταφραστής θα πρέπει να έχει σκεφτεί καλά και να είναι θεωρητικά σε θέση να αιτιολογήσει τις επιλογές του και όχι να μεταφράζει λέξη προς λέξη. «Γιατί χρησιμοποίησες σε αυτό το σημείο….», τέτοιου είδους κριτική έχουμε δεχθεί συχνά, αλλά δεν χρειάζεται απαραίτητα να την παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά. Εφόσον τουλάχιστον είμαστε εντάξει με τη μεταφραστική μας συνείδηση.

NA: Κατά τη γνώμη μου αυτό που είναι απαραίτητο είναι να έχει ο μεταφραστής περισσότερο χρόνο απ’ όσο συνήθως δίνουν οι εκδότες. Δεν είναι δυνατόν να λένε: «Σε δύο μήνες πρέπει να έχεις έτοιμο αυτό το βιβλίο». Αυτό είναι, είναι… Εννοώ, εντάξει, υπάρχουν κάποιοι που είναι τόσο καλοί στη μετάφραση που τα καταφέρνουν. Μιλάω, όμως, και για τον έλεγχο της μετάφρασης όχι μόνο από άποψη πιστότητας στο πρωτότυπο, αλλά για να δεις αν το μεταφρασμένο κείμενο διαβάζεται ως γερμανικό κείμενο χωρίς να έχει απομακρυνθεί από το ελληνικό πρωτότυπο. Αυτή είναι η τέχνη του μεταφραστή! Δεν πετυχαίνει πάντα, ούτε είναι δυνατό να πετυχαίνει πάντα. Εξαρτάται και λίγο από το πρωτότυπο. Μερικές φορές κάτι υπερρεαλιστικά κείμενα για παράδειγμα, ας πάρουμε τον Γιώργο Χειμωνά που δεν χρησιμοποιεί καθόλου σημεία στίξης. Στη μετάφραση όμως πρέπει να βάλουμε κάποια, γιατί αλλιώς το κείμενο δεν μπορεί να διαβαστεί. Μας έχει συμβεί αυτό, αλλά για αυτόν το λόγο ο μεταφραστής πρέπει να έχει διαβάσει το κείμενο ως αναγνώστης, ένας ηθοποιός για παράδειγμα σε μια ανάγνωση βιβλίου, πρέπει να το έχει διαβάσει φωναχτά, πριν βγει στη σκηνή. Είναι απολύτως απαραίτητο να διαβάζουμε τις γερμανικές μεταφράσεις των ελληνικών κειμένων φωναχτά.

XA: Α! Και ήρθαμε πάλι σε αυτό θέμα. Εξαρτάται βέβαια και από το είδος του κειμένου.

NA: Ναι, φυσικά.

XA: Φαντάζομαι ότι, όταν μεταφράζουμε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα του Μάρκαρη, χρειάζεται να δώσουμε προσοχή σε άλλα κριτήρια. Δηλαδή στο να κατέχουμε την αργκό, να προσπαθούμε να νιώσουμε τις αντίστοιχες ελληνικές εκφράσεις και στα γερμανικά ή και να τις μεταφέρουμε στη μετάφραση. Ενώ σε κείμενα με πιο αυστηρά λογοτεχνικό λόγο, θυμάμαι πάλι τον Μηλιώνη ή… Τι άλλο έχω μεταφράσει; Τον Κοτζιά για παράδειγμα…

NA: Κι αυτός είναι δύσκολος συγγραφέας λόγω και της γλώσσας... Αφήνει μια πρόταση στη μέση και στα ελληνικά ξέρεις τι ήθελε να πει, αλλά δεν θέλει το πει... Και για καν’ το αυτό στα γερμανικά! Δεν είναι απλό.

XA: Ναι, αλλά στο ερώτημα πότε μια μετάφραση είναι έτοιμη θα πρέπει να απαντήσουμε ότι είναι έτοιμη, όταν ο μεταφραστής συνειδητά μπορεί να πει ότι η μετάφραση ουσιαστικά δεν μπορεί να βελτιωθεί άλλο. Έχει επεξεργαστεί το κείμενο δέκα ή ίσως είκοσι φορές και το βελτίωνε συνεχώς σύμφωνα με διαφορετικά κριτήρια. Και κάποια στιγμή πρέπει να ολοκληρώσει αυτήν τη διαδικασία. Είναι τεχνικό το ζήτημα.

NA: Ναι, είναι τεχνικό το ζήτημα, αναγκαστικά πρέπει κάποια στιγμή να ολοκληρωθεί.

XA: Αντικειμενικά μια μετάφραση δεν θα είναι ποτέ έτοιμη.  

XA: Στην ερώτηση αν μια μετάφραση είναι έτοιμη ή όχι το σημαντικότερο είναι η συνείδηση του μεταφραστή.

Επιμέλεια

NA: Όσον αφορά τους επιμελητές, αυτοί που εργάζονται για μεγάλους εκδοτικούς οίκους δεν ξέρουν ελληνικά – αναφέρομαι εδώ στις γερμανοελληνικές, μάλλον ελληνογερμανικές μεταφράσεις. Η φίλη μου, η Δανάη Κουλμάση, αναφερόταν συχνά στον «τυφλό επιμελητή». Τον επιμελητή, δηλαδή, που διορθώνει χωρίς να ξέρει τι ακριβώς υπάρχει στο πρωτότυπο και κυρίως γιατί υπάρχει. Όταν κάποιος σε μια πρόταση γράφει τρεις φορές «είπε, είπε, είπε» το κάνει για κάποιο λόγο, δεν πρόκειται για λάθος, κάτι σημαίνει για τον συγγραφέα, και το ερώτημα είναι πώς το μεταφράζουμε. Δεν πρόκειται πάντως για λάθος, για γραμματικό λάθος.

XA: Ή η λέξη «και» σε προτάσεις που έχουν ρυθμό, πρέπει να το μεταφράσουμε ή να βάλουμε μια τελεία;

NA: Αυτό δεν μπορούμε να το απαντήσουμε γενικώς για όλες τις περιπτώσεις, κάποιες φορές το μεταφράζουμε και κάποιες όχι. Ή τις μεγάλες προτάσεις στα ελληνικά που είναι μεν κατά κύριο λόγο κύριες προτάσεις, αλλά πάρα πολύ μεγάλες. Αυτό το ύφος δεν αρέσει στους Γερμανούς επιμελητές. Επομένως το θέμα της επιμέλειας είναι πολύ διφορούμενο κατά τη γνώμη μου. Οι επιμελητές κάνουν το καλύτερο που μπορούν, αλλά μερικές φορές καταστρέφουν κιόλας ένα κείμενο.

XA: Και ορισμένοι επιμελητές μεγάλων εκδοτικών οίκων έχουν υπερβολικά μεγάλη αυτοπεποίθηση.

NA: Εξισώνουν τα πάντα, όλα τα κείμενα είναι…

XA: Κανονικά γνωρίζουν, αλλιώς δεν θα τους προσλάμβαναν, αν δεν γνώριζαν άριστα τουλάχιστον μια ευρωπαϊκή γλώσσα. Συνήθως ξέρουν αγγλικά και τα τελευταία χρόνια υπάρχει πολύ μεγάλη και υψηλού επιπέδου μεταφραστική δραστηριότητα από τα αγγλικά στα γερμανικά, τα αμερικανικά τα τελευταία χρόνια. Όταν ένας τέτοιος επιμελητής έχει μπροστά του ένα βιβλίο μεταφρασμένο από τα ελληνικά, εφαρμόζει αμέσως τα κριτήρια στα οποία είναι συνηθισμένος από αυτό το υψηλό επίπεδο. Και έρχεται μετά και σε κάποιες περιπτώσεις απορρίπτει μια μετάφραση – το έχουμε ζήσει αυτό - λέγοντας στον εκδότη: «Είναι πολύ απλοϊκό το κείμενο. Δεν γίνεται να είναι τόσο κακή η ελληνική λογοτεχνία». Σε αυτήν την περίπτωση κανονικά θα πρέπει να τον στείλουν σε σεμινάριο ελληνικής λογοτεχνίας, για να μάθει τις ιδιαιτερότητές της. Αλλά αυτό δεν το κάνουμε... όλο και πιο σπάνια.

Εκδοτικοί οίκοι

NA: Δεν μπορείς να προσδιορίσεις το αναγνωστικό κοινό, γιατί δεν χωρίζεται ανάλογα με την εθνικότητα. Οι εκδοτικοί οίκοι, οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι και οι επιμελητές το ξέρουν και γι’ αυτόν το λόγο η τελική επιλογή αφορά πολύ λίγα βιβλία. Ψάχνουν πάντα κάτι καινούργιο, κάτι που δεν έχει ειπωθεί ποτέ πριν, τότε λένε ναι. Και τους ενοχλεί πάρα πολύ, για παράδειγμα, δεν θα το ξεχάσω: Κατά τη διάρκεια της Έκθεσης Βιβλίου στη Φρανκφούρτη το 2001 επισήμως ειπώθηκε το εξής: «Βρείτε πρώτα τον Όμηρό σας και μετά συζητάμε».

XA: Πρέπει συγχρόνως να είναι και χαρακτηριστικά ελληνικό. Να σας θυμίσω ότι ένα βιβλίο, όπως Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, πούλησε σχεδόν ένα εκατομμύριο αντίτυπα στα γερμανικά.

NA: Και διαβάζεται ακόμη.

XA: Αποτελεί βέβαια το απόλυτο ρεκόρ, ποτέ ξανά δεν πούλησε ένα ελληνικό βιβλίο τόσα αντίτυπα. Αυτό όμως επηρέασε και τους Γερμανούς, με την έννοια ότι «Α, οι Έλληνες, αυτούς τους έχουμε διαβάσει». Ένα εκατομμύριο αντίτυπα σημαίνει ότι διάβασαν το βιβλίο τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι και αυτό επηρέασε σημαντικά την εικόνα που έχουν οι Γερμανοί για την Ελλάδα. Αυτό συνέβη, ωστόσο, πριν από είκοσι-τριάντα, μπορεί και σαράντα χρόνια. Και ένας έξυπνος εκδότης…

NA: …επιβεβαιώνει αυτήν την άποψη.

XA: Ρωτάει φυσικά «Δεν έχετε κανέναν καινούργιο Καζαντζάκη;». Και απαντάμε «Έχουμε, αλλά…»

NA: Όχι, έχουμε πολλούς σαν τον Καζαντζάκη…

XA: Και το βλέπουμε και τώρα για παράδειγμα με τον Μάρκαρη. Ο Μάρκαρης είναι απίστευτα γνωστός και όλοι ξέρουν ότι είναι Έλληνας, αφού γράφει για την Αθήνα. Ενώ στην περίπτωση του Καβάφη, και ποιος να ξέρει τι είναι, ποιος γνωρίζει ότι ήταν Έλληνας; Αφού ανήκε και στη διασπορά κλπ. κλπ. Θα πρέπει να τον έχει μελετήσει κανείς, για να το γνωρίζει. Αλλά για τον Μάρκαρη δεν υπάρχει περίπτωση να μην το γνωρίζεις, ιδιαίτερα εφόσον και ο ίδιος κάνει ταξίδια εξαιρετικά συχνά σε ολόκληρη τη Γερμανία για βιβλιοπαρουσιάσεις. Και αυτό είναι κάτι που αρέσει στους Γερμανούς. Δεν ξέρουμε ακριβώς τους αριθμούς των αντίτυπων, αλλά αυτά τα βιβλία πηγαίνουν πολύ καλά. Ο Μάρκαρης είναι, λοιπόν, πολύ γνωστός, αλλά δεν υπάρχει άλλος. Στην περίπτωση του Οικονόμου, για παράδειγμα, που έγραψε ένα βιβλίο για την κρίση και μεταφράστηκε στα γερμανικά από την Μπίργκιτ, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για σημαντικές πωλήσεις.

NA: Δεν πρόκειται εξάλλου για λογοτεχνία που απευθύνεται σε ευρύ κοινό. Θα πρέπει πραγματικά να γνωρίζει κανείς τη ζωή στην Ελλάδα και όλες αυτές τις ιστορίες κ.λπ. Δεν είναι απλό.

Κάθε φορά που στην Ελλάδα συμβαίνει ένα τραγικό γεγονός, είτε αυτό είναι η χούντα ή η κρίση ή οτιδήποτε άλλο, η Ελλάδα έρχεται στην επικαιρότητα. Είναι πραγματικά φρικτό και είναι ένας από τους λόγους που ιδρύσαμε τον εκδοτικό οίκο «Romiosini». Αυτό συνέβη τη δεκαετία του 1980, ήρεμες εποχές, δημοκρατία, ευημερία κ.λπ. Όταν ολοκληρώσαμε Το διπλό βιβλίο προσπαθήσαμε, έστειλα το βιβλίο, τη μετάφραση, ήταν μια καλή μετάφραση, σε 33 εκδοτικούς οίκους με την ελπίδα ότι θα τους κινήσει το ενδιαφέρον έστω λίγο η Ελλάδα… Κανείς δεν... τρεις μόνο…

XA: απάντησαν απλώς...

NA: Τρεις απάντησαν απλώς αρνητικά.

XA: Και 30 δεν απάντησαν καν. Το πέταξαν κατευθείαν στα σκουπίδια.

Εκθέσεις βιβλίου

XA: Πάντως πρέπει να πούμε φυσικά ότι θεωρούμε ότι η επιλογή της Ελλάδας ως τιμώμενης χώρας στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης το 2001 ήταν χάρη στη δική μας ή μάλλον κυρίως χάρη στην προσπάθεια της Νίκης, λιγότερο της δικής μου. Η Νίκη δούλευε κάθε χρόνο σκληρά γι’ αυτόν το σκοπό, είχε έτσι κι αλλιώς το σταντ στην Έκθεση και πήγαινε στους υπεύθυνους και στους διευθυντές που την γνώριζαν. Και επέμενε και ρωτούσε «Πότε θα έρθει η σειρά της Ελλάδας;». Κι ένας από τους λόγους που η «Romiosini» εξέδωσε τόσα πολλά βιβλία…

NA: …ιδιαίτερα εκείνη τη χρονιά…

XA: …εκείνη την χρονιά έτσι κι αλλιώς, αλλά και γενικά, ήταν ότι τότε ο κατάλληλος άνθρωπος είπε: «Τώρα έχουμε επαρκή αριθμό βιβλίων τόσο στη γερμανική όσο και στην αγγλική αγορά, ώστε να το τολμήσουμε».

NA: Γιατί νωρίτερα δεν υπήρχαν μεταφράσεις.

XA: Και τότε είπαμε φυσικά: «Αν όχι τώρα, τότε πότε;». Έπρεπε να γίνει αυτό το σημαντικό βήμα. Και τότε υπερβήκαμε τελείως τις δυνατότητές μας, δημοσιεύσαμε δεκαέξι βιβλία το 2001.

NA: Τελείως πέρα από τις δυνατότητές μας…

XA: Φυσικά…

NA: Κάποια εκδόθηκαν και πολύ στα γρήγορα, είναι αλήθεια…

XA: Δανείστηκα, λοιπόν, λεφτά και δεν ξέρω κι εγώ τι, ήταν τρομερό, τα πλήρωνα όλα από την τσέπη μου και ήταν φυσικά συγκλονιστικό, γιατί αυτό το βήμα δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο από τη «Romiosini», αλλά είχαμε φιλικές σχέσεις με τον διευθυντή των εκδόσεων Hanser, τον Κρύγκερ, και με τον εκδοτικό οίκο Suhrkamp είχαμε επαφή, και διάφορα άλλα... Έπρεπε να βρεθεί τρόπος. Και εκείνη η γελοία, πώς λεγόταν εκείνη η Αυστριακή, αυτή... που είχε γράψει στην εφημερίδα Die Zeit τέσσερις σελίδες ειδικό ένθετο για την Ελλάδα με αφορμή την Έκθεση Βιβλίου του 2001. Και τι είχε γράψει; Την είχαν καλέσει στην Τροία και έγραφε για τις νέες ανασκαφές εκεί και έπειτα εμφανίστηκε και στην Έκθεση Βιβλίου, ήμουν εκεί με τη Μπίργκιτ, κι εσύ ήσουν. Λέφλερ ονομαζόταν αυτή η κυρία, η Ζίγκριντ Λέφλερ, και ήταν πολύ γνωστή, γιατί μια φορά το μήνα εμφανιζόταν στην εκπομπή «Literarisches Quartett» [Λογοτεχνικό κουαρτέτο] με τον Ράιχ-Ρανίτσκι. Ήταν η περίφημη Λέφλερ, γιατί ήταν φιλόλογος γερμανικής γλώσσας και λογοτεχνίας και γιατί ο Ράιχ-Ρανίτσκι πάντα έλεγε «Δεν έχω ιδέα από γερμανική φιλολογία, είμαι κριτικός». Και πάντα διαφωνούσαν στην εκπομπή, αλλά ήταν μεγάλο όνομα, και εμφανίζεται σε ένα πάνελ συζήτησης και αρχίζει να λέει διάφορα, ήταν ανυπόφορη!

NA: Δεν είχε ιδέα από λογοτεχνία…

XA: Και κάποτε επενέβην στη συζήτηση, γιατί ήμουν στο κοινό - ακόμη το θυμάμαι, ήταν ένα δέλτα και υπήρχε αρκετός κόσμος, και της λέω: «Κοπέλα μου, πώς τολμάς να ανοίγεις το στόμα σου και να μιλάς για μια λογοτεχνία, για την οποία όχι μόνο δεν έχεις ιδέα, αλλά νομίζεις κιόλας ότι έχεις, και κάθεσαι και μιλάς, πώς είναι δυνατόν;» «Μου επιτίθεστε και δεν έχω καμία όρεξη να συνεχίσω να συνομιλώ μαζί σας. Και ποιος είστε εσείς τέλος πάντων;» συνεχίζει αυτή σε τέτοιο στυλ. Και της απαντάω: «Είμαι Καθηγητής Nεοελληνικής Λογοτεχνίας». Ήθελα να της πω: «Θα μπορούσατε να συζητήσετε μαζί μου». Δεν της το είπα, αλλά το κατάλαβε. Και ήταν συγκλονιστικό ότι η συζήτηση είχε καταλήξει σε επίπεδο εμπορικής λογοτεχνίας.

Ο εκδοτικός οίκος «Romiosini»

XE: Ένας από τους λόγους που ιδρύσαμε τότε τη «Romiosini» ήταν ότι είχα μαζέψει στα συρτάρια μου πάρα πολλά, εντάξει, όχι πάρα πολλά, αλλά πάντως πολλά κείμενα, και προσπαθήσαμε φυσικά αρχικά να τα δώσουμε σε άλλους εκδοτικούς οίκους, αλλά δεν τα καταφέραμε. Κανείς δεν ενδιαφερόταν τότε για τη νεοελληνική λογοτεχνία. Ήμασταν, λοιπόν, στην καθιερωμένη βραδινή μας συνάντηση στο στέκι μας, στη «Romiosini», στη νότια περιοχή της Κολωνίας και εκεί αποφασίσαμε ότι η Νίκη θα φτιάξει τώρα τον εκδοτικό οίκο κι εμείς θα την βοηθήσουμε.

NA: Ήμασταν μια παρέα, μια ομάδα φοιτητών, δικών μου και δικών του, φίλοι που απλώς έρχονταν ή ανήκαν στην παρέα και ένα βράδυ σε αυτό το εστιατόριο…

XA: Είχαμε την καθιερωμένη συνάντηση κάθε Πέμπτη. Λέω πάντα ότι ήταν το πιο σημαντικό μάθημα μέσα στην εβδομάδα αυτή η συνάντηση το βράδυ της Πέμπτης.

NA: Μετά το μάθημα…

XA: Και μετά το χορό, γιατί μετά το μάθημα, είχαμε υποχρεωτικό μάθημα χορού, ήταν δηλαδή υποχρεωτικό να μάθουν ελληνικούς χορούς όπως και ελληνικά τραγούδια, και μετά πήγαμε στην ταβέρνα «Romiosini».

NA: Ναι, και έτσι προέκυψε και το όνομα του εκδοτικού οίκου. Ποιος θα τον αναλάμβανε, όμως; Οι φοιτητές δεν μπορούσαν, γιατί σπούδαζαν. Ο Χανς ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο. Εγώ ήμουν απλώς λεκτόρισσα στη Φρανκφούρτη, κάτι που μου άρεσε πολύ παρεμπιπτόντως, και, εντάξει, δεν λέω ότι το μετανιώνω που σταμάτησα, ωστόσο μου έλειψε αυτή η δουλειά, γιατί αναγκάστηκα να σταματήσω. Δυο καρπούζια δεν ήταν δυνατόν, αν και για δυο χρόνια τα έκανα και τα δύο. Ήμουν τελείως άπειρη, δεν ήξερα πώς δημιουργείται ένας εκδοτικός οίκος, πώς λειτουργεί, τι χρειάζεται να προσέξεις. Και ο βιβλιοπώλης, φίλος και μαθητής του Χανς, ένας από τους καλύτερους, μου υποσχέθηκε: «Μην ανησυχείς, ξέρω κάποια πράγματα, θα σε βοηθήσω εγώ». Και όντως με βοήθησε για πολλά χρόνια.

XA: Είχε σπουδάσει κιόλας...

NA: Όσο η βιβλιοπαραγωγή ήταν σχετικά περιορισμένη, δεν υπήρχε πρόβλημα. Τα προβλήματα άρχισαν, όταν αρχίσαμε να εκδίδουμε πολλά βιβλία ή θέλαμε να εκδώσουμε πολλά. Η πρώτη δυσκολία είχε να κάνει με τα οικονομικά. Δεν είχαμε ιδέα πώς θα διαχειριζόμασταν από οικονομική άποψη την έκδοση αυτών των βιβλίων. Ο μακαρίτης ο πεθερός μου μας βοήθησε τότε χωρίς να το θέλει και χωρίς να το γνωρίζει. Ο Χανς πήρε μια μικρή κληρονομιά και με αυτό το μικρό κεφάλαιο μπορέσαμε να ξεκινήσουμε. Τα πράγματα προχωρούσαν, εγώ συνέχιζα μόνη και ο φίλος, ο βιβλιοπώλης βοηθούσε, όπου μπορούσε. Αλλά δεν έφτανε. Έτσι, χρειάστηκε να μεταφράσω κι εγώ κάποια πράγματα με βάση την εμπειρία που είχα, πρώτον γιατί το ήθελα και δεύτερον γιατί δεν είχα μεταφραστές.

XA: Γινόταν επιμέλεια…

NA: Όχι, δεν ήταν απλώς επιμέλεια. Διαβάζαμε δίπλα-δίπλα. Δηλαδή αυτός που είχε κάνει τη μετάφραση κι εγώ το ελληνικό κείμενο. Διαβάζαμε δυνατά και βρίσκαμε πολλά στοιχεία που είχαν αγνοηθεί ή δεν είχαν γίνει κατανοητά. Και δεν λέω ότι εγώ τα καταλάβαινα όλα, γιατί υπάρχουν σημεία και στην ελληνική λογοτεχνία στα οποία αναρωτιέσαι…

XA: Ειδικά στην ποίηση…

NA: Ειδικά στην ποίηση. Αλλά με τη συζήτηση προκύπτουν καταπληκτικές ιδέες και ήταν ο καλύτερος τρόπος να μεταφράζεις! Ώρες ολόκληρες, νύχτες ολόκληρες… Δεν εκδίδαμε πάνω από πέντε βιβλία το χρόνο. Κάτι σημαίνει αυτό…

XA: Είμαστε όμως επαγγελματίες.

NA: Ποιοι; Εμείς;

XA: Είμαστε επαγγελματίες από αυτή την άποψη, επρόκειτο καθαρά για ελληνική φιλολογία και αυτός ήταν ο στόχος μας...

NA: Που οι ίδιοι θέσαμε στον εαυτό μας…

XA: Να διαδώσουμε τη νεοελληνική λογοτεχνία στη Γερμανία.

NA: Όχι, φυσικά, δεν θα το κάναμε αυτό ξανά. Ούτε εγώ. Πρώτον, γιατί είμαστε πολύ μεγάλοι πλέον για κάτι τέτοιο και δεύτερον γιατί οι συνθήκες σήμερα είναι τελείως διαφορετικές. Σήμερα πρέπει να χρησιμοποιείς τα ηλεκτρονικά μέσα και να ξέρεις τη δουλειά σου ως εκδότης, και ως μεταφραστής ούτως ή άλλως, καθώς και να δουλεύεις με ταχείς ρυθμούς. Πέρασε η εποχή που έπρεπε ή μπορούσαμε να συγκρίνουμε τη χειρόγραφη μετάφραση με το πρωτότυπο πριν την γράψουμε στον υπολογιστή ή στη γραφομηχανή. Σήμερα πρέπει να έχεις δεξιότητες και δεξιότητες δεν σημαίνει πάντα ποιότητα.

XA: Ναι, πρέπει να διαθέσεις τουλάχιστον το ένα τρίτο, αν όχι το μισό προϋπολογισμό, για διαφήμιση.

NA: Ναι, είναι ένα σημαντικό θέμα.

XA: Εμείς δεν κάναμε ποτέ κανενός είδους διαφήμιση. Δύο σειρές στην εφημερίδα Die Zeit, την εφημερίδα στην οποία θα έπρεπε να βάλουμε τη διαφήμισή μας, κόστιζαν όσο η έκδοση ενός βιβλίου. Και εκδίδαμε το βιβλίο αντί να δίνουμε τα χρήματα για διαφήμιση, με αποτέλεσμα να εκδίδουμε το βιβλίο για μας και όχι για τον κόσμο.

NA: Το 2001 στην Έκθεση Βιβλίου υπήρχαν περίπου 10 βιβλία που είχαν εκδοθεί με αφορμή την Έκθεση από μεγάλους εκδοτικούς οίκους, αλλά ούτε εκείνοι έκαναν καμιά διαφήμιση. Ήταν απίστευτο. Τα βιβλία ήρθαν στην Έκθεση, το ίδιο και οι συγγραφείς που τα παρουσίασαν κ.λπ., αλλά πού ήταν η διαφήμιση;

Δεν κέρδισα, δεν κερδίσαμε ούτε ένα λεπτό, ούτε ένα ευρώ από τη «Romiosini». Σε όλο αυτό το διάστημα πουλήθηκαν κάποια βιβλία, αλλά όλα τα έσοδα τα επενδύαμε πάντα στην επόμενη παραγωγή. Δεν το πιστεύει κανείς, και όλοι νομίζουν, πολλοί νομίζουν, ότι έγινα πλούσια τώρα που η «Romiosini» πήγε στο Κέντρο Νέου Ελληνισμού.

XA: Συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλον τέλεια.

NA: Όπως κι εσείς…

XA: Γιατί όλα τα βιβλία που εκδίδαμε στη «Romiosini» μπορούσα να τα ελέγχω με γερμανικά κριτήρια και ήξερα ότι η Νίκη είχε κάνει την καθαρά μεταφραστική δουλειά, και την είχε ελέγξει και εγώ μπορούσα να επικεντρωθώ στο γερμανικό ύφος. Και καθώς τότε ζούσαμε μαζί, μπορούσα να ρωτήσω οποιαδήποτε απορία όχι μόνο απευθείας στην επιμελήτρια αλλά και στην ίδια τη μεταφράστρια, αλλά ήταν και έργα που τα ήξερα καλά στα ελληνικά και έργα που χρησιμοποιούσα στα σεμινάριά μου και οι προτάσεις που έκανα περνούσαν. Με αυτή την έννοια συμπληρώναμε τέλεια ο ένας τον άλλον.

NA: Το ίδιο ισχύει και για την αντίθετη κατεύθυνση. Όταν έκανα μεταφράσεις από τα γερμανικά στα ελληνικά, είχα τη δυνατότητα να συμβουλεύομαι τον Χανς για το αν είχα καταλάβει κάτι σωστά ή όχι. Αλλά ανεξάρτητα από όλα αυτά, έλεγα πάντα στον εαυτό μου όταν ήμασταν νιόπαντροι και έβλεπα άλλα ζευγάρια να αποξενώνονται ο ένας από τον άλλον, ότι αυτό δεν θα συμβεί σε μας ποτέ, γιατί η πορεία μας είναι κοινή. Πάντα θα έχουμε κάτι να συζητάμε.

Στοιχεία συνέντευξης

Τόπος: Θεσσαλονίκη
Ημερομηνία: 1 Οκτωβρίου 2014
Υπεύθυνη συνέντευξης: Ανθή Βηδενμάιερ
Kάμερα & μοντάζ: Αποστόλος Καρακάσης
Μετάφραση: Ανθή Βηδενμάιερ
Υπότιτλοι:
Σταυρούλα Τσιάρα
Άδεια:
CC BY-NC-ND 3.0 DE

Παραπομπή: Ανθή Βηδενμάιερ, "Συνέντευξη με τους Χανς και Νίκη Αϊντενάιερ", Πορτρέτα μεταφραστών, Freie Universität Berlin/CeMoG, Berlin, 2018, http://www.cemog.fu-berlin.de/el/ue-portraets